Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impervious
01
αδιαπέραστος, αδιάβροχος
preventing a substance such as liquid from passing through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impervious
συγκριτικός βαθμός
more impervious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impervious barrier prevents water from seeping into the basement.
02
αδιαπέραστος, αναισθητος
resistant to being affected or damaged by something
Παραδείγματα
The high-quality paint was impervious to fading and wear.
Η υψηλής ποιότητας βαφή ήταν αδιάβροχη στην ξήρανση και τη φθορά.
Λεξικό Δέντρο
impervious
pervious
perv



























