impermanent
Pronunciation
/ɪmˈpɝːmənənt/

Ορισμός και σημασία του "impermanent"στα αγγλικά

impermanent
01

προσωρινός, φευγαλέος

having a limited duration
impermanent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impermanent
συγκριτικός βαθμός
more impermanent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impermanent nature of the contract left her unsure about future job security.
Η προσωρινή φύση της σύμβασης την άφησε αβέβαιη για τη μελλοντική ασφάλεια εργασίας.
02

προσωρινός, φευγαλέος

existing or enduring for a limited time only
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store