impenetrable
im
ɪm
ιμ
pe
ˈpɛ
πε
net
nɪt
νιτ
rable
rəbl
ραμπλ

Ορισμός και σημασία του "impenetrable"στα αγγλικά

impenetrable
01

αδιαπέραστος, απροσπέλαστος

not capable of being entered, pierced, or passed through 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impenetrable
συγκριτικός βαθμός
more impenetrable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
barriers, density, visibility
Παραδείγματα
The thick fog made the forest impenetrable, obscuring visibility. 

Η πυκνή ομίχλη έκανε το δάσος αδιάβατο, θολώνοντας την ορατότητα.

1.1

αδιαπέραστος, αδιαπέραστο

so dense or thick that little or no light can pass through 
Παραδείγματα
The impenetrable canopy blocked all sunlight from reaching the forest floor. 

Το αδιαπέραστο θόλο μπλόκαρε όλο το ηλιακό φως από το να φτάσει στο δάπεδο του δάσους.

02

αδιάβατος, ακατανόητος

extremely difficult to fully comprehend 
Παραδείγματα
The professor's lectures on quantum mechanics were so impenetrable that most students struggled to grasp the concepts. 

Οι διαλέξεις του καθηγητή για την κβαντομηχανική ήταν τόσο αδιέξοδες που οι περισσότεροι φοιτητές δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν τις έννοιες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impenetrableness
impenetrable
penetrable
penetr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store