impassive
im
ɪm
im
pa
ˈpæ
ssive
sɪv
siv
impressiveimpulsive

Ορισμός και σημασία του "impassive"στα αγγλικά

01

απαθής, στοιχειωμένος

having or showing little to no emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impassive
συγκριτικός βαθμός
more impassive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the chaos around her, she remained impassive, betraying no signs of fear. 

Παρά το χάος γύρω της, παρέμεινε απαθής, μη δείχνοντας κανένα σημάδι φόβου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store