impartial
im
ɪm
im
par
ˈpɑ:
paa
tial
ʃəl
shēl
marshallmartialmarshalpartial

Ορισμός και σημασία του "impartial"στα αγγλικά

01

αμερόληπτος, ουδέτερος

not favoring a particular party in a way that enables one to act or decide fairly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impartial
συγκριτικός βαθμός
more impartial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mediator remained impartial throughout the negotiations to ensure a fair outcome. 

Ο μεσολαβητής παρέμεινε αμερόληπτος καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για να διασφαλίσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα.

02

αμερόληπτος, ουδέτερος

free from undue bias or preconceived opinions 

Λεξικό Δέντρο

impartiality
impartially
impartial
impart
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store