Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impartial
01
αμερόληπτος, ουδέτερος
not favoring a particular party in a way that enables one to act or decide fairly
Παραδείγματα
The organization ’s impartial stance on political matters ensured that all opinions were respected.
Η αμερόληπτη στάση του οργανισμού σε πολιτικά θέματα εξασφάλισε ότι όλες οι απόψεις σεβόντουσαν.
02
αμερόληπτος, ουδέτερος
free from undue bias or preconceived opinions
Λεξικό Δέντρο
impartiality
impartially
impartial
impart



























