to impair
im
ɪm
im
pair
ˈpeə
pe
aflarebewarerepairprayer

Ορισμός και σημασία του "impair"στα αγγλικά

to impair
01

αποδυναμώνω, μειώνω την αποτελεσματικότητα

to cause something to become weak or less effective 
Transitive: to impair sth
to impair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impair
γ΄ ενικό πρόσωπο
impairs
ενεστώτα μετοχή
impairing
απλός αόριστος
impaired
παθητική μετοχή
impaired
Παραδείγματα
Prolonged exposure to loud noise can impair hearing over time. 

Η παρατεταμένη έκθεση σε δυνατό θόρυβο μπορεί με τον καιρό να επηρεάσει την ακοή.

Λεξικό Δέντρο

impaired
impairer
impairment
impair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store