to impair
Pronunciation
/ˌɪmˈpɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "impair"στα αγγλικά

to impair
01

αποδυναμώνω, μειώνω την αποτελεσματικότητα

to cause something to become weak or less effective
Transitive: to impair sth
to impair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impair
γ΄ ενικό πρόσωπο
impairs
ενεστώτα μετοχή
impairing
απλός αόριστος
impaired
παθητική μετοχή
impaired
Παραδείγματα
The new law is intended to prevent substances that impair driving from being used.
Ο νέος νόμος έχει ως στόχο να αποτρέψει τη χρήση ουσιών που εξασθενίζουν την οδήγηση.

Λεξικό Δέντρο

impaired
impairer
impairment
impair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store