Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impair
01
αποδυναμώνω, μειώνω την αποτελεσματικότητα
to cause something to become weak or less effective
Transitive: to impair sth
Παραδείγματα
The new law is intended to prevent substances that impair driving from being used.
Ο νέος νόμος έχει ως στόχο να αποτρέψει τη χρήση ουσιών που εξασθενίζουν την οδήγηση.
Λεξικό Δέντρο
impaired
impairer
impairment
impair



























