impactful
im
ˈɪm
ιμ
pact
pækt
παικτ
ful
fəl
φαλ
/ˈɪmpaktfəl/

Ορισμός και σημασία του "impactful"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικός, εντυπωσιακός

having a strong effect or influence on something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impactful
συγκριτικός βαθμός
more impactful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impactful use of color in the painting evoked strong emotions in the viewers.
Η αποτελεσματική χρήση του χρώματος στη ζωγραφική προκάλεσε ισχυρά συναισθήματα στους θεατές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store