impactful
im
ˈɪm
ιμ
pact
pækt
παικτ
ful
fʊl
φουλ

Ορισμός και σημασία του "impactful"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικός, εντυπωσιακός

having a strong effect or influence on something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impactful
συγκριτικός βαθμός
more impactful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effect, influence, communication
Παραδείγματα
The keynote speaker delivered an impactful presentation that left the audience inspired. 

Ο κύριος ομιλητής έδωσε μια αποτελεσματική παρουσίαση που άφησε το κοινό εμπνευσμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impactful
impact
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store