Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impactful
01
αποτελεσματικός, εντυπωσιακός
having a strong effect or influence on something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impactful
συγκριτικός βαθμός
more impactful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The keynote speaker delivered an impactful presentation that left the audience inspired.
Ο κύριος ομιλητής έδωσε μια αποτελεσματική παρουσίαση που άφησε το κοινό εμπνευσμένο.
Λεξικό Δέντρο
impactful
impact



























