to immure
imm
ˈɪm
im
ure
jʊə
yue
impureimmune

Ορισμός και σημασία του "immure"στα αγγλικά

to immure
01

περιφράσσω, φυλακίζω

to take a person or thing to a confined space and trap them there 
Transitive: to immure sb
to immure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immure
γ΄ ενικό πρόσωπο
immures
ενεστώτα μετοχή
immuring
απλός αόριστος
immured
παθητική μετοχή
immured
Παραδείγματα
The kidnappers decided to immure the hostages in an abandoned warehouse. 

Οι απαγωγείς αποφάσισαν να τοιχοποιήσουν τους ομήρους σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store