Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immure
01
περιφράσσω, φυλακίζω
to take a person or thing to a confined space and trap them there
Transitive: to immure sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immure
γ΄ ενικό πρόσωπο
immures
ενεστώτα μετοχή
immuring
απλός αόριστος
immured
παθητική μετοχή
immured
Παραδείγματα
The kidnappers decided to immure the hostages in an abandoned warehouse.
Οι απαγωγείς αποφάσισαν να τοιχοποιήσουν τους ομήρους σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη.
Λεξικό Δέντρο
immurement
immure



























