Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immaterial
01
ασήμαντος, άσχετος
not relevant or significant to the current situation, discussion, etc.
Disapproving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immaterial
συγκριτικός βαθμός
more immaterial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The document 's authenticity was immaterial, as it did not change the core issues of the legal dispute.
Η αυθεντικότητα του εγγράφου ήταν ασήμαντη, καθώς δεν άλλαξε τα βασικά ζητήματα της νομικής διαμάχης.
Παραδείγματα
The immaterial nature of the soul was a key concept in many spiritual teachings.
Η άυλη φύση της ψυχής ήταν μια βασική έννοια σε πολλές πνευματικές διδασκαλίες.
Λεξικό Δέντρο
immaterial
material



























