Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to illuminate
01
φωτίζω, φωταυγίζω
to provide light to something, making it brighter
Transitive: to illuminate a space or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
illuminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
illuminates
ενεστώτα μετοχή
illuminating
απλός αόριστος
illuminated
παθητική μετοχή
illuminated
Παραδείγματα
The lanterns beautifully illuminate the garden path at night.
Οι φανοί φωτίζουν όμορφα το μονοπάτι του κήπου τη νύχτα.
Παραδείγματα
The teacher used diagrams to illuminate the concept of photosynthesis for her students.
Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε διαγράμματα για να φωτίσει την έννοια της φωτοσύνθεσης για τους μαθητές της.
03
φωτίζω, διακοσμώ
to decorate a manuscript with colorful designs, illustrations, or decorative elements
Transitive: to illuminate a manuscript
Παραδείγματα
The medieval monks would meticulously illuminate manuscripts with intricate patterns and illustrations.
Οι μεσαιωνικοί μοναχοί διακόσμηναν επιμελώς χειρόγραφα με περίπλοκα σχέδια και εικονογραφήσεις.
04
φωτίζω, λαμπρύνω
to make someone's face or expression look bright, excited, or happy
Παραδείγματα
Her eyes illuminated with joy at the news.
Τα μάτια της φώτισαν από χαρά με την είδηση.
Λεξικό Δέντρο
illuminated
illuminating
illumination
illuminate
illumine



























