Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to illumine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
illumine
γ΄ ενικό πρόσωπο
illumines
ενεστώτα μετοχή
illumining
απλός αόριστος
illumined
παθητική μετοχή
illumined
Παραδείγματα
The full moon illumined the countryside, casting long shadows on the ground.
Το πανσέληνο φώτισε την ύπαιθρο, ρίχνοντας μακριές σκιές στο έδαφος.
02
φωτίζω, φωταγωγώ
to make someone's face or expression appear bright, radiant, or full of emotion
Παραδείγματα
Happiness illumined his face when he heard the news.
Η ευτυχία φώτισε το πρόσωπό του όταν άκουσε τα νέα.
Λεξικό Δέντρο
illuminate
illumine



























