Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illogical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illogical
συγκριτικός βαθμός
more illogical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It’s illogical to think you can drive without a license.
Είναι παράλογο να νομίζεις ότι μπορείς να οδηγήσεις χωρίς δίπλωμα.
02
παράλογος, ασυνεπής
lacking clear reasoning or coherence, leading to conclusions that don't make sense
Παραδείγματα
His illogical argument failed to convince anyone in the debate.
Το παράλογο επιχείρημά του απέτυχε να πείσει κανέναν στη συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
illogical
logical
logic



























