Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illimitable
01
απεριόριστος, χωρίς όρια
without any limits or restrictions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illimitable
συγκριτικός βαθμός
more illimitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The universe’s illimitable expanse leaves us in awe of its vastness.
Το απέραντο μέγεθος του σύμπαντος μας αφήνει σε δέος μπροστά στο μεγαλείο του.



























