Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appreciated
01
εκτιμημένος, αναγνωρισμένος
having a thorough understanding or grasp of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appreciated
συγκριτικός βαθμός
more appreciated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
understanding, cognition, evaluation
Παραδείγματα
Her appreciated advice helped the team succeed.
Οι εκτιμημένες συμβουλές του βοήθησαν την ομάδα να πετύχει.
02
αναγνωρισμένος, εκτιμημένος
recognized or valued for a quality, merit, or contribution
Παραδείγματα
She felt appreciated by her colleagues for her hard work and dedication to the project.
Αισθάνθηκε εκτιμημένη από τους συναδέλφους της για τη σκληρή της δουλειά και την αφοσίωσή της στο έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unappreciated
appreciated
appreciate
appreci



























