Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apprehend
01
συλλαμβάνω, κρατώ
to arrest someone
Transitive: to apprehend sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apprehend
γ΄ ενικό πρόσωπο
apprehends
ενεστώτα μετοχή
apprehending
απλός αόριστος
apprehended
παθητική μετοχή
apprehended
Παραδείγματα
The security guards were quick to apprehend the trespasser before he could escape.
Οι φύλακες ασφαλείας ήταν γρήγοροι να συλλάβουν τον παραβάτη πριν αυτός μπορέσει να δραπετεύσει.
02
κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
to mentally grasp or understand
Transitive: to apprehend a concept
Παραδείγματα
The teacher used various examples and analogies to help the students apprehend the complex scientific theory.
Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε διάφορα παραδείγματα και αναλογίες για να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν τη σύνθετη επιστημονική θεωρία.
03
φοβάμαι, ανησυχώ
to expect something unpleasant or frightening to happen
Transitive: to apprehend an upcoming event
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
She apprehended the results of the test with growing anxiety.
Αντιλήφθηκε τα αποτελέσματα της δοκιμασίας με αυξανόμενο άγχος.
Λεξικό Δέντρο
apprehended
apprehender
misapprehend
apprehend



























