homogeneity
ho
ˈhɒ
ho
moge
məʊdʒ
mewdzh
nei
ˌneɪ
nei
ty
ti
ti
spontaneitydeity

Ορισμός και σημασία του "homogeneity"στα αγγλικά

01

ομοιογένεια, ομοιομορφία

things that are alike or have the same qualities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homogeneities
Παραδείγματα
The cultural homogeneity of the small town made it difficult for outsiders to integrate. 

Η πολιτιστική ομοιογένεια της μικρής πόλης έκανε δύσκολη την ενσωμάτωση των ξένων.

02

ομοιογένεια, ομοιομορφία

something is the same all the way through, without differences 
Παραδείγματα
The homogeneity of the metal alloy ensures its strength and durability. 

Η ομοιογένεια της μεταλλικής κράματος εξασφαλίζει την αντοχή και την ανθεκτικότητά της.

Λεξικό Δέντρο

inhomogeneity
homogeneity
homogene
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store