Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hominid
01
ομοινίδη, μέλος της οικογένειας των Ομοινιδών
a member of the biological family Hominidae, which includes humans, their ancestors, and other great apes like chimpanzees, gorillas, and orangutans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hominids
Παραδείγματα
Fossils of ancient hominids provide insight into human evolution.
Τα απολιθώματα αρχαίων ανθρωποειδών παρέχουν γνώση για την ανθρώπινη εξέλιξη.
hominid
01
ανθρωποειδές, χαρακτηριστικό της οικογένειας των Ανθρωποειδών
characterizing the family Hominidae, which includes Homo sapiens as well as extinct species of manlike creatures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























