homework
home
ˈhəʊm
hewm
work
wɜ:k
vēk
hornworkhousework

Ορισμός και σημασία του "homework"στα αγγλικά

01

εργασία για το σπίτι, ασκήσεις

schoolwork that students have to do at home 
homework definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I always double-check my homework to ensure it is accurate. 

Πάντα ελέγχω διπλά την εργασία μου για να βεβαιωθώ ότι είναι ακριβής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

homework

home

+

work

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store