Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homesick
01
νοσταλγικός, με νοσταλγία
feeling sad because of being away from one's home
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homesick
συγκριτικός βαθμός
more homesick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They tried to help her feel less homesick by planning video calls with her family.
Προσπάθησαν να τη βοηθήσουν να νιώσει λιγότερο νοσταλγική προγραμματίζοντας βιντεοκλήσεις με την οικογένειά της.
Λεξικό Δέντρο
homesickness
homesick
home
sick



























