Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homogeneous
01
ομογενής, ομοιόμορφος
composed of things or people of the same or very similar type
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homogeneous
συγκριτικός βαθμός
more homogeneous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's workforce was predominantly homogeneous, with employees sharing similar educational backgrounds.
Το εργατικό δυναμικό της εταιρείας ήταν κυρίως ομοιογενές, με τους εργαζόμενους να έχουν παρόμοια εκπαιδευτική υπόβαθρο.
Λεξικό Δέντρο
homogeneously
homogeneousness
inhomogeneous
homogeneous
homogene



























