Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homogeneous
01
ομογενής, ομοιόμορφος
composed of things or people of the same or very similar type
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homogeneous
συγκριτικός βαθμός
more homogeneous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
composition, society, characteristics
Παραδείγματα
The neighborhood was homogeneous, consisting mainly of single-family homes.
Η γειτονιά ήταν ομοιογενής, αποτελούμενη κυρίως από μονοκατοικίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
homogeneously
homogeneousness
inhomogeneous
homogeneous
homogene



























