homeland
home
ˈhəʊm
hewm
land
lænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "homeland"στα αγγλικά

01

πατρίδα, γη των προγόνων

the place where someone or a group of people come from and feel a strong connection to 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homelands
Παραδείγματα
After years of living abroad, she returned to her homeland to visit family. 

Μετά από χρόνια διαβίωσης στο εξωτερικό, επέστρεψε στην πατρίδα της για να επισκεφτεί την οικογένειά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

homeland

home

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store