homeless
home
ˈhəʊm
hewm
less
ləs
lēs
homelinesshopelesshornless

Ορισμός και σημασία του "homeless"στα αγγλικά

01

άστεγοι, απροστάτευτοι

people who lack stable housing and so live on the streets 
homeless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homeless
Παραδείγματα
The organization provides support services for the homeless in the area. 

Ο οργανισμός παρέχει υπηρεσίες υποστήριξης για τους αστέγους στην περιοχή.

01

άστεγος, χωρίς μόνιμη κατοικία

not having a permanent residence or shelter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homeless
συγκριτικός βαθμός
more homeless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The homeless family lived in a makeshift tent under the bridge. 

Η άστεγη οικογένεια ζούσε σε ένα προσωρινό τέντα κάτω από τη γέφυρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store