hock
hock
hɒk
hok
cockblocdockloch

Ορισμός και σημασία του "hock"στα αγγλικά

01

αρθρώσεις του οπισθίου άκρου, άρθρωση στο οπίσθιο άκρο

the joint in the hind limb of a quadruped between the fetlock and the knee 
hock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hocks
02

λευκό κρασί από την περιοχή του Ρήνου, hock

white wines from the Rhine region of Germany, known for their light and crisp taste with a refreshing acidity 
Παραδείγματα
He prepared a delicious pork hock stew, with tender chunks of meat, vegetables, and a savory broth. 

Ετοίμασε ένα νόστιμο στιφάδο χοιρινού ποδιού, με τρυφερά κομμάτια κρέατος, λαχανικά και ένα αλμυρό ζωμό.

03

αστράγαλος, κομμάτι κρέατος από το κάτω μέρος του ποδιού ενός ζώου

a cut of meat from the lower part of an animal's leg, often used for its rich flavor and gelatinous texture 
to hock
01

ενεχυριάζω, αφήνω ως εγγύηση

leave as a guarantee in return for money 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hock
γ΄ ενικό πρόσωπο
hocks
ενεστώτα μετοχή
hocking
απλός αόριστος
hocked
παθητική μετοχή
hocked
02

ακινητοποιώ κόβοντας τον αστράγαλο, αποτρέπω κόβοντας τον αστράγαλο

disable by cutting the hock 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store