hobbyist
ho
ˈhɑ
χα
bbyist
biɪst
μπιιστ
/hˈɒbɪˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "hobbyist"στα αγγλικά

01

ερασιτέχνης, χόμπι

someone who engages in activities for personal enjoyment rather than as a profession
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobbyists
Παραδείγματα
He 's a fishing hobbyist who loves spending time by the lake.
Είναι ένας ερασιτέχνης ψαρέματος που λατρεύει να περνάει χρόνο δίπλα στη λίμνη.

Λεξικό Δέντρο

hobbyist
hobby
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store