hobbyist
ho
ˈhɒ
ho
bbyist
biɪst
biist

Ορισμός και σημασία του "hobbyist"στα αγγλικά

01

ερασιτέχνης, χόμπι

someone who engages in activities for personal enjoyment rather than as a profession 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hobbyists
Παραδείγματα
The photography club welcomed hobbyists of all skill levels. 

Η φωτογραφική λέσχη υποδέχτηκε ερασιτέχνες όλων των επιπέδων δεξιοτήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hobbyist
hobby
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store