Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hobnob
01
κοινωνώ, συναναστρέφομαι
to socialize, often in a friendly or familiar manner, especially with people of influence or importance
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hobnob
γ΄ ενικό πρόσωπο
hobnobs
ενεστώτα μετοχή
hobnobbing
απλός αόριστος
hobnobbed
παθητική μετοχή
hobnobbed
Παραδείγματα
Entrepreneurs have recently hobnobbed at business conferences.
Οι επιχειρηματίες πρόσφατα κοινωνικοποιήθηκαν σε επιχειρηματικά συνέδρια.
Λεξικό Δέντρο
hobnob
hob
nob



























