helmet
hel
ˈhɛl
hel
met
mɪt
mit
pelmet

Ορισμός και σημασία του "helmet"στα αγγλικά

01

κράνος, προστατευτική κράνος

a hard hat worn by soldiers, bikers, etc. for protection 
helmet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
helmets
Παραδείγματα
The construction worker wore a bright yellow safety helmet before entering the site. 

Ο εργάτης της κατασκευής φορούσε ένα φωτεινό κίτρινο προστατευτικό κράνος πριν εισέλθει στο εργοτάξιο.

02

κράνος, περικεφαλαία

a plate or piece of armor specifically designed to protect the head in combat 
Παραδείγματα
The knight's helmet gleamed under the sunlight. 

Το κράνος του ιππότη λάμπυρε κάτω από το φως του ήλιου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store