to helm
helm
hɛlm
helm
realmelm

Ορισμός και σημασία του "helm"στα αγγλικά

to helm
01

κυβερνώ, οδηγώ

to control and guide the course of a ship 
Transitive: to helm a ship
to helm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
helm
γ΄ ενικό πρόσωπο
helms
ενεστώτα μετοχή
helming
απλός αόριστος
helmed
παθητική μετοχή
helmed
Παραδείγματα
The experienced captain was helming the cruise ship. 

Ο έμπειρος καπετάνιος κυβερνούσε το κρουαζιερόπλοιο.

01

πηδάλιο, θέση ηγεσίας

(figurative) a position of leadership 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
helms
02

πηδάλιο, τιμόνι

steering mechanism for a vessel; a mechanical device by which a vessel is steered 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store