helmet
Pronunciation
/ˈhɛlmɪt/

Ορισμός και σημασία του "helmet"στα αγγλικά

01

κράνος, προστατευτική κράνος

a hard hat worn by soldiers, bikers, etc. for protection
helmet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
helmets
Παραδείγματα
The astronaut secured her space helmet before stepping onto the launchpad.
Η αστροναύτης στερέωσε το διαστημικό της κράνος πριν ανέβει στην εξέδρα εκτόξευσης.
02

κράνος, περικεφαλαία

a plate or piece of armor specifically designed to protect the head in combat
Παραδείγματα
A helmet protected the warrior during the battle.
Ένα κράνος προστάτευε τον πολεμιστή κατά τη μάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store