haunted
haun
ˈhɔ:n
hawn
ted
tɪd
tid
hunted

Ορισμός και σημασία του "haunted"στα αγγλικά

01

βασανισμένος, ανήσυχος

showing signs of worry, anxiety, or persistent mental strain 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haunted
συγκριτικός βαθμός
more haunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His haunted eyes revealed sleepless nights. 

Τα βασανισμένα του μάτια αποκάλυπταν άυπνες νύχτες.

02

στοιχειωμένος, μαγεμένος

inhabited by, or appearing as if inhabited by, ghosts or spirits 
Παραδείγματα
The haunted mansion attracted curious visitors. 

Το στοιχειωμένο αρχοντικό προσέλκυε περίεργους επισκέπτες.

Λεξικό Δέντρο

haunted
haunt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store