Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handsomely
01
κομψά, με στυλ
in a stylish, attractive, or elegant manner
Παραδείγματα
Even the gift was handsomely wrapped in gold ribbon and embossed paper.
Ακόμη και το δώρο ήταν κομψά τυλιγμένο με χρυσή κορδέλα και χαρτί με ανάγλυφα.
1.1
όμορφα, κομψά
in a high-quality or well-crafted way
Παραδείγματα
The film 's visuals were handsomely shot with striking attention to detail.
Οι οπτικές εικόνες της ταινίας γυρίστηκαν όμορφα με εντυπωσιακή προσοχή στη λεπτομέρεια.
1.2
ευρέως, εντυπωσιακά
thoroughly and impressively, successfully or convincingly
Παραδείγματα
Her debut performance handsomely justified the critics' early praise.
Η πρώτη της εμφάνιση εξαιρετικά δικαίωσε τους πρώτους επαίνους των κριτικών.
02
γενναιόδωρα, σημαντικά
to a generous, large, or substantial degree
Παραδείγματα
He was handsomely thanked with both a bonus and public recognition.
Ευχαριστήθηκε πλουσιοπάροχα τόσο με μπόνους όσο και με δημόσια αναγνώριση.
Λεξικό Δέντρο
handsomely
handsome



























