Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitually
01
συνήθως, τακτικά
in a way that reflects someone's regular behavior or usual pattern over time
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She habitually takes the same route to work every morning.
Αυτή συνήθως παίρνει την ίδια διαδρομή για τη δουλειά κάθε πρωί.
1.1
συνηθισμένα, συστηματικά
in a repeated and often troublesome way, especially referring to actions that are hard to break or change
Παραδείγματα
He habitually interrupts others during meetings, which frustrates his colleagues.
Συνήθως διακόπτει τους άλλους κατά τις συναντήσεις, κάτι που απογοητεύει τους συναδέλφους του.
Λεξικό Δέντρο
habitually
habitual
habit



























