Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitually
01
συνήθως, τακτικά
in a way that reflects someone's regular behavior or usual pattern over time
Παραδείγματα
The cat habitually waits by the door at exactly 6 p.m.
Η γάτα περιμένει συνήθως δίπλα στην πόρτα ακριβώς στις 6 μ.μ.
1.1
συνηθισμένα, συστηματικά
in a repeated and often troublesome way, especially referring to actions that are hard to break or change
Παραδείγματα
They habitually dismiss criticism instead of learning from it.
Συνηθισμένα απορρίπτουν τις κριτικές αντί να μαθαίνουν από αυτές.
Λεξικό Δέντρο
habitually
habitual
habit



























