habitation
ha
ˌhæ
χαι
bi
μπα
ta
ˈteɪ
τει
tion
ʃən
σαν
/hˌæbɪtˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "habitation"στα αγγλικά

01

κατοικία, κατοίκηση

a house, dwelling, or place where someone lives
habitation definition and meaning
Formal
Παραδείγματα
The family 's habitation was warm and welcoming despite its small size.
Η κατοικία της οικογένειας ήταν ζεστή και φιλόξενη παρά το μικρό της μέγεθος.
02

βιότοπος, φυσικό περιβάλλον

the place or environment where an animal or plant naturally lives or grows
habitation definition and meaning
Παραδείγματα
Frogs return to their wetland habitation to breed each year.
Οι βάτραχοι επιστρέφουν στον υγρό βιότοπό τους για να αναπαραχθούν κάθε χρόνο.
03

κατοίκηση, κατοικία

the fact or condition of occupying or residing in a particular place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The island had no permanent habitation.
Το νησί δεν είχε μόνιμη κατοικία.

Λεξικό Δέντρο

cohabitation
inhabitation
habitation
habit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store