Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Habitation
01
κατοικία, κατοίκηση
a house, dwelling, or place where someone lives
επίσημο
Παραδείγματα
The settlers built a new habitation near the lake.
Οι άποικοι έχτισαν ένα νέο κατοικία κοντά στη λίμνη.
02
βιότοπος, φυσικό περιβάλλον
the place or environment where an animal or plant naturally lives or grows
Παραδείγματα
The forest is the natural habitation of many bird species.
Το δάσος είναι το φυσικό βιότοπο πολλών ειδών πουλιών.
03
κατοίκηση, κατοικία
the fact or condition of occupying or residing in a particular place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ruins showed signs of long-term habitation.
Οι ερείπια έδειχναν σημάδια μακροχρόνιας κατοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
cohabitation
inhabitation
habitation
habit



























