habitude
ha
ˈhæ
bi
bi
tude
tju:d
tyood
habitue

Ορισμός και σημασία του "habitude"στα αγγλικά

01

συνήθεια

a behavioral pattern that develops into a person's customary reaction because they have performed it regularly in the past 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
habitudes
Παραδείγματα
He struggled to break the habitude of procrastinating that he had developed over years of college assignments. 

Πάλεψε να σπάσει τη συνήθεια της αναβλητικότητας που είχε αναπτύξει κατά τα χρόνια των πανεπιστημιακών του εργασιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store