mainly
main
ˈmeɪn
μειν
ly
li
λι
manly

Ορισμός και σημασία του "mainly"στα αγγλικά

01

κυρίως, ειδικά

more than any other thing 
mainly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The event was mainly attended by professionals from the tech industry. 

Η εκδήλωση παρακολουθήθηκε κυρίως από επαγγελματίες της βιομηχανίας τεχνολογίας.

1.1

κυρίως, κατά κύριο λόγο

most often or in most cases 
mainly definition and meaning
Παραδείγματα
The economy of the country is mainly driven by its agricultural sector. 

Η οικονομία της χώρας κυρίως καθοδηγείται από τον αγροτικό της τομέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mainly
main
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store