Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mainstream
01
κύριο ρεύμα, mainstream
the opinions, activities, or methods that are considered normal because they are accepted by a majority of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite her unconventional ideas, she managed to gain acceptance in the mainstream over time.
Παρά τις ασυνήθιστες ιδέες της, κατάφερε να κερδίσει αποδοχή στο κύριο ρεύμα με το πέρασμα του χρόνου.
mainstream
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mainstream
συγκριτικός βαθμός
more mainstream
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The band's latest album was a mainstream success, topping the charts for weeks.
Το τελευταίο άλμπουμ της μπάντας ήταν μια κυρίαρχη επιτυχία, που βρισκόταν στην κορυφή των charts για εβδομάδες.
to mainstream
01
διαδίδω, ενσωματώνω στο κύριο ρεύμα
to make something widely accepted or integrated into common practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mainstream
γ΄ ενικό πρόσωπο
mainstreams
ενεστώτα μετοχή
mainstreaming
απλός αόριστος
mainstreamed
παθητική μετοχή
mainstreamed
Παραδείγματα
The new technology was mainstreamed after its success in niche markets.
Η νέα τεχνολογία ενσωματώθηκε στο mainstream μετά την επιτυχία της σε εξειδικευμένες αγορές.
02
ενοποιώ, εντάσσω σε κανονικά εκπαιδευτικά πλαίσια
to integrate a student, especially one with disabilities, into regular educational settings
Παραδείγματα
The school aims to mainstream students with autism by offering personalized support.
Το σχολείο στοχεύει να ενσωματώσει μαθητές με αυτισμό προσφέροντας εξατομικευμένη υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
mainstream
main
stream



























