mainstream
Pronunciation
/ˈmeɪnˌstrim/

Ορισμός και σημασία του "mainstream"στα αγγλικά

01

κύριο ρεύμα, mainstream

the opinions, activities, or methods that are considered normal because they are accepted by a majority of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His views were considered outside the mainstream of political thought.
Οι απόψεις του θεωρούνταν έξω από το κύριο ρεύμα της πολιτικής σκέψης.
mainstream
01

κυρίαρχος, δημοφιλής

widely accepted or popular among the general public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mainstream
συγκριτικός βαθμός
more mainstream
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Electric cars are becoming more mainstream as consumers prioritize sustainability and environmental concerns.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα γίνονται πιο κυρίαρχα καθώς οι καταναλωτές προτεραιοποιούν τη βιωσιμότητα και τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
to mainstream
01

διαδίδω, ενσωματώνω στο κύριο ρεύμα

to make something widely accepted or integrated into common practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mainstream
γ΄ ενικό πρόσωπο
mainstreams
ενεστώτα μετοχή
mainstreaming
απλός αόριστος
mainstreamed
παθητική μετοχή
mainstreamed
Παραδείγματα
Efforts to mainstream eco-friendly practices have gained traction worldwide.
Οι προσπάθειες να εισαχθούν οι φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές στο mainstream έχουν κερδίσει έδαφος παγκοσμίως.
02

ενοποιώ, εντάσσω σε κανονικά εκπαιδευτικά πλαίσια

to integrate a student, especially one with disabilities, into regular educational settings
Παραδείγματα
Mainstreaming has helped create more inclusive and diverse school environments.
Η ενσωμάτωση έχει βοηθήσει στη δημιουργία πιο περιεκτικών και ποικίλων σχολικών περιβαλλόντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store