Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mainland
01
ηπειρωτική χώρα, ήπειρος
the main part of a continent or country that is connected to a larger landmass, excluding surrounding islands or territories
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mainlands
Παραδείγματα
They took a ferry from the island to the mainland.
Πήραν ένα φέρι από το νησί στην ηπειρωτική χώρα.
Λεξικό Δέντρο
mainland
main
land



























