Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mainly
Παραδείγματα
She decided to take the job mainly for the opportunity to work on innovative projects.
Αποφάσισε να πάρει τη δουλειά κυρίως για την ευκαιρία να εργαστεί σε καινοτόμα έργα.
1.1
κυρίως, κατά κύριο λόγο
most often or in most cases
Παραδείγματα
Tourists visit the region mainly for its historic landmarks and scenic beauty.
Λεξικό Δέντρο
mainly
main



























