Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gyrate
01
περιστρέφω, κινώ σπειροειδώς
to turn or move in a spiral motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gyrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gyrates
ενεστώτα μετοχή
gyrating
απλός αόριστος
gyrated
παθητική μετοχή
gyrated
Παραδείγματα
The tornado touched down, causing trees to sway and gyrate violently in its powerful winds.
Ο σίφωνας άγγιξε το έδαφος, κάνοντας τα δέντρα να ταλαντεύονται και να περιστρέφονται βίαια στους ισχυρούς ανέμους του.
02
περιστρέφομαι, στριφογυρίζω
to cause or make something move rapidly in a circle or spiral
Transitive: to gyrate sth
Παραδείγματα
The dancer gyrated her body, captivating the spectators with her fluid movements.
Η χορεύτρια περιστρέφονταν, μαγεύοντας τους θεατές με τις ρευστές της κινήσεις.
Λεξικό Δέντρο
gyration
gyrate



























