to gyrate
gy
ʤaɪ
jai
rate
ˈreɪt
reit
grate

Ορισμός και σημασία του "gyrate"στα αγγλικά

to gyrate
01

περιστρέφω, κινώ σπειροειδώς

to turn or move in a spiral motion 
Intransitive
to gyrate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gyrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gyrates
ενεστώτα μετοχή
gyrating
απλός αόριστος
gyrated
παθητική μετοχή
gyrated
Παραδείγματα
The tornado touched down, causing trees to sway and gyrate violently in its powerful winds. 

Ο σίφωνας άγγιξε το έδαφος, κάνοντας τα δέντρα να ταλαντεύονται και να περιστρέφονται βίαια στους ισχυρούς ανέμους του.

02

περιστρέφομαι, στριφογυρίζω

to cause or make something move rapidly in a circle or spiral 
Transitive: to gyrate sth
to gyrate definition and meaning
Παραδείγματα
The dancer gyrated her body, captivating the spectators with her fluid movements. 

Η χορεύτρια περιστρέφονταν, μαγεύοντας τους θεατές με τις ρευστές της κινήσεις.

Λεξικό Δέντρο

gyration
gyrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store