Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gyrate
01
περιστρέφω, κινώ σπειροειδώς
to turn or move in a spiral motion
Intransitive
Παραδείγματα
The amusement park ride made the passengers feel as if they were about to gyrate off the ground.
Το παιχνίδι του λούνα παρκ έκανε τους επιβάτες να νιώθουν σαν να πρόκειται να περιστραφούν από το έδαφος.
02
περιστρέφομαι, στριφογυρίζω
to cause or make something move rapidly in a circle or spiral
Transitive: to gyrate sth
Παραδείγματα
The cat pounced on the toy, gyrating its tail playfully.
Η γάτα έπεσε πάνω στο παιχνίδι, περιστρέφοντας την ουρά της παιχνιδιάρικα.
Λεξικό Δέντρο
gyration
gyrate



























