gullible
gu
ˈgʌ
ga
lli
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "gullible"στα αγγλικά

01

εύπιστος, αφελής

believing things very easily and being easily tricked because of it 
gullible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gullible
συγκριτικός βαθμός
more gullible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's so gullible that he believes every story he hears without questioning its validity. 

Είναι τόσο εύπιστος που πιστεύει κάθε ιστορία που ακούει χωρίς να αμφισβητεί την εγκυρότητά της.

Λεξικό Δέντρο

gullibility
gullible
gull
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store