fleeceable
flee
ˈfli:
fli
cea
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "fleeceable"στα αγγλικά

fleeceable
01

εύκολος να εξαπατηθεί, ευάλωτος στην απάτη

(of a person) vulnerable to being tricked or cheated, particularly in financial matters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fleeceable
συγκριτικός βαθμός
more fleeceable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The con artist targeted fleeceable tourists unfamiliar with local customs. 

Ο απατεώνas στοχεύει σε τουρίστες εύπιστους που δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα τοπικά έθιμα.

Λεξικό Δέντρο

fleeceable
fleece
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store