groggy
gro
ˈgrɒ
gro
ggy
gi
gi
foggysoggyyagi

Ορισμός και σημασία του "groggy"στα αγγλικά

01

ζαλισμένος, groggy

feeling unsteady or dazed, often due to lack of sleep or recovery from anesthesia 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
groggiest
συγκριτικός βαθμός
groggier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, sensation, sleep
Παραδείγματα
After staying up late, he felt groggy in the morning and struggled to wake up. 

Αφού έμεινε ξύπνιος μέχρι αργά, ένιωθε ζαλισμένος το πρωί και δυσκολευόταν να ξυπνήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grogginess
groggy
grog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store