grocery
gro
ˈgrəʊ
grew
ce
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "grocery"στα αγγλικά

01

μπούτικ, σούπερ μάρκετ

a store selling food and household items 
grocery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
groceries
Παραδείγματα
She stopped by the grocery to pick up some vegetables. 

Σταμάτησε στο μπούτικο για να πάρει μερικά λαχανικά.

02

μπογαζιλικά, ψώνια

(typically plural) food and other items, typically household goods, that we buy at a supermarket such as eggs, flour, etc. 
grocery definition and meaning
Παραδείγματα
She made a list of groceries to buy for the weekend. 

Έκανε μια λίστα με προμήθειες για να αγοράσει για το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store