grog
grog
grɒg
grog
smogclogslogblog

Ορισμός και σημασία του "grog"στα αγγλικά

01

γκρογκ, ένα είδος αλκοολούχου ποτού που παρασκευάζεται με αραίωση ρούμι με νερό και μερικές φορές προσθήκη άλλων συστατικών όπως ζάχαρη

a type of alcoholic drink that is made by diluting rum with water and sometimes adding other ingredients such as sugar, spices, or citrus fruits. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grogs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

groggy
grog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store