gronk
Pronunciation
/ɡɹˈɑːŋk/

Ορισμός και σημασία του "gronk"στα αγγλικά

01

ένας ανόητος, ένας αδέξιος

a foolish, clumsy, or stupid person
Dialectbritish flagBritish
gronk definition and meaning
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gronks
Παραδείγματα
She laughed at the gronk who could n't open the jar.
Γέλασε με τον γκρονκ που δεν μπορούσε να ανοίξει το βάζο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store