Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
groomed
01
καλοδιατηρημένος, καλοπεριποιημένος
well-cared for, tidy, and well-maintained in appearance or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most groomed
συγκριτικός βαθμός
more groomed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The groomed garden showed the owner's attention to detail.
Ο καλοδιατηρημένος κήπος έδειχνε την προσοχή του ιδιοκτήτη στη λεπτομέρεια.
Λεξικό Δέντρο
ungroomed
groomed
groom



























